Module Archived Articles

Αξιολόγηση Χρήστη:  / 7
ΧειρότεροΚαλύτερο 

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Το Πετρωτό βρίσκεται στο βορειότερο άκρο του νομού Φθιώτιδας και στα όρια της επαρχίας Φαρσάλων του νομού Λάρισας. Από το Δομοκό στην επαρχεία του οποίου ανήκει, απέχει 18 χλμ. Είναι όμως πιο κοντά στα Φάρσαλα και απέχει ευθεία 11.500 μ. ή 60 στάδια όπως αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς Δικαίαρχος και Στράβωνας.

Η έκταση των διοικητικών ορίων του χωριού είναι 40.000 στρέμ. περίπου. 16.500 καλλιεργήσιμα και τα υπόλοιπα πετροθαμνώδη βοσκοτόπια.

 Η περιοχή είναι ημιορεινή ως ορεινή, άγονη.

Από το ύψος του χωριού και πάνω, το μέρος είναι σχεδόν άνυδρο. Γύρω και κάτω από το χωριό, υπάρχουν αρκετές νεροσυρμές, βρύσες, ρεματιές με νερά. Είναι χτισμένο αμφιθεατρικά, σε έκταση 500 στρεμμάτων και υψόμετρο 660μ. Στο αντίκρισμά του φαντάζει ωραία. Οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία (μόνο σιτηρά) και την κτηνοτροφία που είναι αρκετά μεγάλη. Σήμερα υπάρχουν 12.000 γιδοπρόβατα και 1.300 γελάδια. Προπολεμικά και μέχρι το 1946-49 που χάθηκε η κτηνοτροφία λόγω των πολεμικών γεγονότων υπήρχαν: 16.000 γιδοπρόβατα, 2.000 γελάδια και 1.000 περίπου άλογα. Στα προϊόντα που παράγει, εξέχουσα θέση έχει το φημισμένο βούτυρο Πετρωτό και το κατσικίσιο κρέας. Όμως το βούτυρο που άλλοτε ήταν άφθονο, σήμερα είναι σπάνιο, επειδή τα γάλα παραδίδεται στο εμπόριο.

Επί τουρκοκρατίας το χωριό λεγόταν Τσατμάς, λέξη που τουρκικά σημαίνει πλέχτης (πλεξίδα). Το όνομα αυτό δόθηκε όταν οι Τούρκοι έμειναν μόνιμα στο χωριό, γύρο στα 1760-1800.

Κοινότητα ιδρύθηκε το 1912 με Β.Δ. 261/1912 και με το όνομα Τσατμάς, και μετονομάστηκε σε Πετρωτό το 1930 (ΦΕΚ 251 Α/24-7-1930). Στην αρχαιότητα, ανατολικά του σημερινού οικισμού, υπήρχε μια ιστορική και μεγάλη πολιτεία. Το όνομά της αμφισβητείται. ΕΡΙΝΕΟΣ ή ΕΛΛΑΔΑ; Οι νεότεροι συγγραφείς, Βορτσέλας (Φθιώτις), Καρατζάς (Ιστορία επαρχίας Δομοκού), Δικαίαρχος και Στράβωνας, αναφέρουν ότι λεγόταν ΕΛΛΑΔΑ, και η Ιλιάδα του Καζατζάκη Α. σελ. 27 παρ. 160 αναφέρει ότι από την πόλη ή την περιοχή αυτή, πήρε το όνομα ολόκληρος ο ελλαδικός χώρος.

Στο Μεσαίωνα η περιοχή άνηκε στην αυτοκράτειρα του Βυζαντίου Ευφροσύνη, γυναίκα του Αλεξίου Γ’. Όταν οι Φράγκοι κατέλαβαν το Βυζάντιο και μοίρασαν τα εδάφη, η περιοχή πήγε στην εξουσία του βασιλιά της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιου. Το 1393 η περιοχή καταλήφθηκε από τους Τούρκους από τους οποίους απελευθερώθηκε το 1881.

Στους πρώτους χρόνους της τουρκοκρατίας που, οι γύρω πεδινές περιοχές της Θεσσαλίας πάρθηκαν και δόθηκαν σε Τούρκους αξιωματούχους, κάτοικοι των περιοχών αυτών βρέθηκαν στο απόμερο τούτο μέρος. Οι πολλοί οικισμοί που υπάρχουν γύρω από το σημερινό οικισμό, οι ζώνες διαχωρισμού της περιοχής, τα πολλά θεμέλια των σπιτιών, οι τσούμες και άλλα αντικείμενα δείχνουν ότι το μέρος ήταν πυκνοκατοικημένο. Τρεις (3) ήταν οι οικισμοί: το Παλιοχώρι, μέχρι Αϊ-Γιώργη και την κοιλάδα Τσατμαλά, που ήταν καθαρά ελληνικό, ο Μαχαλάς, ως την Πλατάνα και το Τσατμά, που το ονόμασαν έτσι οι Τούρκοι που εγκαταστάθηκαν εδώ πολύ αργότερα. Επειδή το μέρος ήταν απόκεντρο και ορεινό, έγινε καταφύγιο για πολλούς διωγμένους και όσους δεν άντεχαν τη σκλαβιά, αλλά ήταν και η ενδιάμεση στάση των πρώτων κλεφταρματολών από την Όθρυ και το Πήλιο προς Άγραφα. Έτσι οι Τούρκοι που ήταν στα Φάρσαλα – Δομοκό και δεν έβλεπαν με καλό μάτι τούτη την εστία, εγκατέστησαν στο χωριό στρατιωτική βάση γύρω στα 1750 και αργότερα φέραν και τουρκικές οικογένειες, για μόνιμη κατοικία. Έτσι δεν άργησαν να αρχίσουν οι πρώτες συμπλοκές, που ήταν και το πρόσχημα των Τούρκων, για τον εκτοπισμό του ντόπιου πληθυσμού.

Οι αρπαγές των παιδιών, των περιουσιών και τα βασανιστήρια, καθώς και φόνοι για το παραμικρό, έφεραν τους Έλληνες σε πολύ δύσκολη και ανυπόφορη κατάσταση.

Μέσα σε λίγα χρόνια οι κάτοικοι φύγανε με τις οικογένειές τους. Το χωριό ερήμωσε, μείνανε οι Τούρκοι, λίγοι από τους Έλληνες και μερικοί κολίγοι που έφεραν οι Τούρκοι για να καλλιεργούν τη γη για λογαριασμό τους.

Τότε, το 1780 περίπου, πιθανολογείται ότι δόθηκε το όνομα Τσατμάς στο χωριό από τους Τούρκους. Μέχρι τότε λεγόταν Παλιοχώρι, από τη βυζαντινή ίσως εποχή.

Οι κάτοικοι που πήραν των ομματίων τους, οι περισσότεροι πέρασαν απέναντι στην ορεινή Όθρυ, αλλά και στα γειτονικά χωριά σκορπίσανε. Ένας σημαντικός αριθμός κούρνιασε στα χωριά Λιμογάρδι και Λογγίτσι. Πήγαν εκεί και ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία να επιβιώσουν προσωρινά, και αυτό κράτησε 100 περίπου χρόνια.

Μέχρι δηλαδή το 1881 που έγινε προσάρτηση της Θεσσαλίας, οπότε και φεύγουν ομαδικά κάπου 150 ψυχές να πάνε στο Τσατμά. Ότι ήταν τα παιδία ή τα εγγόνια εκείνων που διώξανε οι Τούρκοι από το Παλιοχώρι (Τσατμάς)δε χωρά καμία αμφιβολία. Και το χωριό δίπλα στο Λιμογάρδι που λέγεται Παλιοχώρι το αποδεικνύει καθαρά.

Το ότι οι ίδιοι οι λιμογαρδίτες τους αποκαλούσαν ξενομερίτες Μανταβέληδες και δεν τους επέτρεπαν να βοσκάνε τα ζώα τους παρά μόνο σε μια ορισμένη περιοχή, το ότι μόλις έγινε προσάρτηση φύγαν αμέσως 20 οικογένειες, είναι βάσιμα στοιχεία της καταγωγής των ανθρώπων αυτών. Αλλά και πολλές ζωντανές μαρτυρίες των γερόντων, καθώς και Λιμογαρδιτών στο ίδιο συμπέρασμα μας οδηγούν. Από παππού σε εγγονό μας λέει μια παράδοση ότι: 30 χρόνια πριν την προσάρτηση, πήγαν 4-5 άντρες από το Λιμογάρδι νύχτα στο Τσατμά και χαλάσανε δύο Τούρκους που κάνανε πολλά μαρτύρια στους δικούς μας. Αμέσως οι Τούρκοι άρχισαν αντίποινα στα χωριά Γερακλί και Αχλαδιά, που τα θεώρησαν υπεύθυνα.

Με την προσάρτηση λοιπόν της Θεσσαλίας το 1881, σχεδόν αμέσως, 20 οικογένειες από το Λιμογάρδι ξεκίνησαν με τα κοπάδια τους, με τα υπάρχοντά τους φορτωμένα στα ζώα και τα μωρά στην αγκαλιά οι γυναίκες, με προορισμό το χωριό Τσατμά, μιας και οι Τούρκοι θα πήγαιναν στον αγύριστο, να πάρουν τον τόπο που κάποτε ήταν δικός τους. Το βράδυ εκείνης της ανοιξιάτικης μέρας έφτασαν στο χωριό και έστησαν σε μιαν άκρη τα τσαντίρια τους. Αντικειμενικός σκοπός τους ήταν να πάρουν τη γη τους, διώχνοντας Τούρκους και κολίγους, αλλά και πληρώσουν ελάχιστα ή και καθόλου.

Βέβαια αυτό ήταν αδύνατο, αφού οι Τούρκοι ήταν ιδιοκτήτες. Έτσι διάλεξαν τη μέθοδο του εκβιασμού. Πειθαρχημένοι και ομόφωνοι όπως ήταν, επιτίθονταν ομαδικά σε κάθε περίπτωση που οι Τούρκοι αντιδρούσαν για τις αυθαιρεσίες, ιδίως στη βοσκή των κοπαδιών στα κτήματά τους. Συμπλοκές, ξυλοδαρμοί, ήταν καθημερινό φαινόμενο, επί τρία χρόνια συνέχεια. Οι Τούρκοι, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να τα πωλήσουν και να φύγουν, γιατί οι δικοί μας τους ανάγκασαν με τον τρόπο που είπαμε.

Επειδή έπρεπε να γίνει νομικά αγοραπωλησία της περιοχής, οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμβιβασμό αγοράς έναντι συμβολικής τιμής της αξίας των κτημάτων. Πήγαν λοιπόν στο Δομοκό, στο συμβολαιογράφο Γεώργιο Κορδοπάτη στις 3 Ιουνίου 1883, ο Κιοτσούκ Αχμέτ, Οθωμανός, κάτοικος Τσατμά, ως ιδιοκτήτης πωλητής, και ως αγοραστές οι από Λιμογάρδι ποιμένες: 1. Νίκος Χαρδαλιάς, 2. Γ. Καρακώνης, 3. Δημ. Αυγέρης, 4. Αλεξ. Τζιοβάρας, 5. Αθαν. Κουλτούκης, 6. Θωμ. Μπακάκης ή Χριστάκος, 7. Χρήστος Καράμπας, 8. Γεώργ. Γαϊδούρας, 9. Αντώνης Αυγέρης, 10. Γεώργ. Κουτσός (Κουτσογιώργος), 11. Γιάννης Τζοβάρας, 12. Ηλ. Καράμπας, 13. Αντ. Καραμήτρος, 14. Χρ. Τσιανής.

Αυτοί οι 14 απ’ ότι φαίνεται είχαν και κάποια οικονομική δυνατότητα τότε και συνέταξαν το υπ’ αριθμόν 1186/3-6-1883 Συμβόλαιο αγοράς 82 αγροτεμαχίων, σύνολο 406 στεμμάτων σε διάφορες θέσεις της περιοχής Τσατμά, καθώς και οικόπεδο (γιούρτι) 8 στρεμμάτων, ένα αμπέλι 2 στρεμμάτων, 2 σπίτια, αντί χρηματικού ποσού 200 (διακοσίων) τούρκικων λιρών. Το συμβόλαιο αυτό μεταγράφηκε στο βιβλίο μεταγραφών Δομοκού τόμος 5, αυξ. αριθμ. μεταγραφής 380 τον Οκτώβριο του 1883.

Όσο για τα υπόλοιπα κτήματα που είχαν διάφοροι κολίγοι ή άλλοι αγοραστές (πχ Ντελιτσίκας, Μπουλούτσος, Καραπέτσας, κ.α.) με το κλίμα που επικρατούσε και την τρομοκρατία που ασκούσαν οι νεοφερμένοι, όπου δηλαδή δεν τολμούσαν να εμφανιστούν στην περιοχή αναγκάστηκαν τελικά και αυτοί ή να τα εγκαταλείψουν ή να τα πουλήσουν όσο – όσο και να φύγουν, όπως και έγινε.

Αφού μέσα σε λίγα χρόνια όλη η καλλιεργήσιμη έκταση αλλά και η βοσκήσιμη περιήλθε στην κυριότητα των δικών μας, αυτοί απερίσπαστοι πλέον επιδόθηκαν στο χτίσιμο του χωριού. Έχτισαν καινούργια εκκλησία, σχολείο, γιατί ο πληθυσμός όλο και μεγάλωνε, χτίσανε σπίτια με πέτρες.

Πάνω όμως που νόμισαν ότι τα βάσανά τους τελείωσαν, άλλη συμφορά. Ο ατυχής πόλεμος τον Μάιο του 1897 τους υποχρέωσε πάλι σε φυγή, απ’ ότου επέστρεψαν λίγο αργότερα, οριστικά πλέον. Κατά τον πόλεμο εκείνον και στις θέσεις «Μισοβούνι», «Διασέλα» και «Τουρκόβρυση» έγιναν φονικές μάχες ανάμεσα στο στρατό μας και στους Τούρκους. Οχυρώσεις των θέσεων αυτών φαίνονται και σήμερα.

Το Πετρωτό από το 1900 – 1924 ήταν μια κοινότητα με την Αχλαδιά (Καρατζάλι). Το 1924 η Αχλαδιά αποσπάστηκε και έγινε ιδιαίτερη κοινότητα.

Ο πληθυσμός του χωριού, κατά χρονολογικές απογραφές είχε την παρακάτω εξέλιξη:

1.   Απογραφή  έτους     1881      κάτοικοι  193

2.      ››               ››          1889             ››     262

3.      ››               ››          1896             ››     291

4.      ››               ››          1907             ››     407

5.      ››               ››          1920             ››     483

6.      ››               ››          1928             ››     559

7.      ››               ››          1940             ››     751

8.      ››               ››          1951             ››     837

9.      ››               ››          1961             ››     856

10.    ››               ››          1971             ››     822

11.    ››               ››          1981             ››     731

Αν και άγονη η περιοχή του χωριού και οι συνθήκες της ζωής πολύ δύσκολες σε σχέση με εκείνες άλλων καλύτερων περιοχών, εντούτοις οι κάτοικοί του δεν το εγκατέλειψαν. Η αστυφιλία τους άφησε αδιάφορους.

Στην περίοδο 1946-49 με τον αδελφοκτόνο εκείνο πόλεμο όπου, «ρωμιοί θα σκοτώνονται μεταξύ του» όπως και ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός γράφει σε μία από τις προφητείες του πριν 200 χρόνια, το χωριό ερήμωσε, ο κόσμος βρέθηκε πρόσφυγας στα αστικά κέντρα, η κτηνοτροφία χάθηκε και τόσες άλλες συμφορες ήρθαν, που είναι παράδειγμα για αποφυγή. Πάλι οι άνθρωποι του χωριού αυτού στο τέλος της θύελλας γύρισαν στον τόπο τους και άρχισαν την ίδια σκληρή ζωή κι ας τους δόθηκε η ευκαιρία να μείνουν στις πόλεις όπου θα ζούσαν καλύτερα.

1900-1950. 50 ολόκληρα χρόνια οι κάτοικοι αυτού του χωριού, μείνανε πίσω απ’ τους κατοίκους των άλλων χωριών. Ξεκομμένοι από τον κόσμο, μακριά από γράμματα, από τέχνες. Βιοτικό επίπεδο χαμηλό. Ξεχασμένοι και εγκαταλειμμένοι από το κράτος. Αλλά μένανε εκεί. Μόλις το 1955 άρχισαν να φεύγουν λίγες οικογένειες για άλλες κοντινές περιοχές.

Το 1955 είναι ένας χρόνος ορόσημο και αφετηρία μιας σειράς ευχάριστων γεγονότων και εξελίξεων για το χωριό και τους κατοίκους του:

  1. Υδροδοτήθηκε το χωριό απ’ την πηγή Ανάβρας και λύθηκε ένα πρόβλημα μακροχρόνιας ταλαιπωρίας των κατοίκων.
  2. Συνδέθηκε το χωριό με καθημερινή συγκοινωνία (λεωφορείο).

Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν τώρα γρήγορα.

Από μηδέν συμμετοχή νέων σε σπουδές (Γυμνάσιο) βρέθηκαν 70 παιδιά στο Γυμνάσιο – Λύκειο. Πολλά έγιναν επιστήμονες, και ο αριθμός των εισαγόμενων στα ΑΕΙ – ΤΕΙ – Σχολές κάθε χρόνο είναι κάτι περισσότερο από ικανοποιητικός και τιμητικός για τους νέους του χωριού.

Το 1968 (Ιούλιος) ηλεκτροδοτήθηκε το χωριό και το ρεύμα κουβάλησε όλα τα αγαθά του πολιτισμού μαζί του.

Το 1972 ύστερα από υπερπροσπάθειες των περισσοτέρων κατοίκων έγινε ο αναδασμός της γης. Τι αντιδράσεις υπήρξαν δε λέγονται. Αλλά τελικά έγινε ο αναδασμός και συντελέστηκε έτσι μία μεγάλη αλλαγή στον τομέα της γεωργίας και στον τρόπο καλλιέργειας των χωραφιών. Τα μηχανικά μέσα καλλιέργειας έδωσαν νέα αφορμή στην παραγωγή και ο κόσμος απαλλάχτηκε απ’ την ταλαιπωρία.

Το 1955 άρχισε να αλλάζει και ο τρόπος συντήρησης και εκμετάλλευσης του άλλου ζωτικού παράγοντα, της κτηνοτροφίας. Έγινε συστηματική κτηνοτροφία, αξιοποιήθηκε το ζωικό κεφάλαιο. Ο κύκλος εμπορίας κρέατος και γάλακτος, μπήκε σε άλλες βάσεις, πετυχαίνοντας μεγαλύτερο κέρδος. Άλλωστε το κυριότερο εισόδημα των κατοίκων προέρχεται από την κτηνοτροφία και η απασχόληση του εργατικού δυναμικού σ’ αυτήν, είναι ίσως η αιτία που δεν έχει ερημώσει το χωριό όπως πολλά άλλα χωριά της περιοχής μας.

Σταύρου Στεργ. Σταυρομήτρου
«Χρονικά της Επαρχίας Δομοκού»
Τεύχος 4
Δομοκός - 1990